πέτασος

Ονομασία καλύματος της κεφαλής στην αρχαιότητα. Ήταν πλατύγυρος και κατασκευαζόταν από πίλημα, δέρμα ή άχυρα. Δενόταν κάτω από το σαγόνι με παραγναθίδες. Ο π. προφύλασσε από τη βροχή και τον ήλιο και αποτελούσε το σύμβολο των οδοιπόρων.
* * *
ο, ΝΜΑ
1. πλατύγυρο καπέλο από δέρμα ή ψάθα για προφύλαξη από τον ήλιο ή τη βροχή
2. πλατύ φύλλο που μοιάζει με πέτασο
νεοελλ.
το οπίσθιο και συνήθως μεγαλύτερο πέταλο τής στεφάνης τών ψυχανθών
αρχ.
1. ο γύρος τής στέγης που προεξέχει, το γείσο
2. φρ. «ἄγω τοὺς ἐφήβους ὑπὸ πέτασον» — γυμνάζω τους εφήβους, τούς εξασκώ στη γυμναστική.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πετά-ννυμι «εκτείνω, απλώνω» + επίθημα -σος (πρβλ. άρυ-σος, μάδι-σος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πέτασος — broad brimmed felt hat masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πετάσω — πέτασος broad brimmed felt hat masc nom/voc/acc dual πέτασος broad brimmed felt hat masc gen sg (doric aeolic) πετάννυμι fly aor subj act 1st sg πετάννυμι fly fut ind act 1st sg πετάννυμι fly aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) πετά̱σω , πετάω fly …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Петас —    • Πέτασος,          см. Vestimenta, Одежда, 5, и Pileus, Шляпа …   Реальный словарь классических древностей

  • πετάσου — πέτασος broad brimmed felt hat masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πετάσους — πέτασος broad brimmed felt hat masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πετάσῳ — πέτασος broad brimmed felt hat masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέτασοι — πέτασος broad brimmed felt hat masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέτασον — πέτασος broad brimmed felt hat masc acc sg πετάννυμι fly aor imperat act 2nd sg πέτᾱσον , πετάω fly aor imperat act 2nd sg (doric aeolic) πετάζω aor imperat act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πετάσιον — τὸ, Α [πέτασος] μικρός πέτασος, καπελάκι ή ψαθάκι …   Dictionary of Greek

  • Petasos — Ein Petasos (Griechische: πέτασος) war im antiken Griechenland ein flacher Filz oder Strohhut mit breiter, runder Krempe, die oft auch mit vier bogenförmigen Einschnitten versehen erscheint. Der Petasos von Frauen war höher als der von Männern.… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.